Греческий словарь
с грамматикой

πληκτρολογώ

[pliktroloˈɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)A2

Значения

1
печатать (на клавиатуре)
type (on a keyboard) · πληκτρολογώ ένα μήνυμα — печатаю сообщение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πληκτρολογώ
εσύ
πληκτρολογείς
αυτός
πληκτρολογεί
εμείς
πληκτρολογούμε
εσείς
πληκτρολογείτε
αυτοί
πληκτρολογούν
Аорист
εγώ
πληκτρολόγησα
εσύ
πληκτρολόγησες
αυτός
πληκτρολόγησε
εμείς
πληκτρολογήσαμε
εσείς
πληκτρολογήσατε
αυτοί
πληκτρολόγησαν
Будущее
εγώ
θα πληκτρολογήσω
εσύ
θα πληκτρολογήσεις
αυτός
θα πληκτρολογήσει
εμείς
θα πληκτρολογήσουμε
εσείς
θα πληκτρολογήσετε
αυτοί
θα πληκτρολογήσουν

Примеры

Πληκτρολογώ ένα μήνυμα στο φίλο μου.
Я печатаю сообщение своему другу. · I'm typing a message to my friend.
Πληκτρολόγησε το κωδικό του γρήγορα.
Он быстро напечатал свой пароль. · He typed his password quickly.
Κάθε πρωί πληκτρολογούσε τα δεδομένα στον υπολογιστή.
Каждое утро она печатала данные на компьютер. · Every morning she would type the data into the computer.
Θα πληκτρολογήσουν τη διεύθυνση εδώ.
Они напечатают адрес здесь. · They will type the address here.