πληθωρισμός
[pliθoˈrizmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
инфляция, порча денег
inflation, excessive increase in the money supply · αύξηση των τιμών — рост цен
2
избыток, излишество
excess, overabundance, plethora · πολύ περισσότερο από το απαραίτητο — намного больше, чем нужно
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο πληθωρισμός
вин.
τον πληθωρισμό
род.
του πληθωρισμού
зват.
πληθωρισμέ
Мн. ч.
им.
οι πληθωρισμοί
вин.
τους πληθωρισμούς
род.
των πληθωρισμών
зват.
πληθωρισμοί
Примеры
Ο πληθωρισμός ανέβηκε σημαντικά φέτος.
Инфляция значительно выросла в этом году. · Inflation has risen significantly this year.
Η κεντρική τράπεζα προσπαθεί να ελέγξει τον πληθωρισμό.
Центральный банк пытается контролировать инфляцию. · The central bank is trying to control inflation.
Υπάρχει πληθωρισμός προσφορών στην αγορά.
На рынке царит изобилие предложений. · There is a glut of offers on the market.