Греческий словарь
с грамматикой

πληγώνω

[pliˈɣono]глаголB1

Значения

1
ранить, наносить рану
to wound, to injure · πληγώνω κάποιον με όπλο — ранить кого-то оружием
2
обидеть, задеть (чувства)
to hurt, to offend (feelings) · πληγώνω τα συναισθήματα — обидеть чувства

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πληγώνω
εσύ
πληγώνεις
αυτός
πληγώνει
εμείς
πληγώνουμε
εσείς
πληγώνετε
αυτοί
πληγώνουν
Аорист
εγώ
πλήγωσα
εσύ
πλήγωσες
αυτός
πλήγωσε
εμείς
πληγώσαμε
εσείς
πληγώσατε
αυτοί
πλήγωσαν
Будущее
εγώ
θα πληγώσω
εσύ
θα πληγώσεις
αυτός
θα πληγώσει
εμείς
θα πληγώσουμε
εσείς
θα πληγώσετε
αυτοί
θα πληγώσουν

Примеры

Το μαχαίρι πλήγωσε το χέρι του.
Нож поранил его руку. · The knife wounded his hand.
Τα λόγια σου με πλήγωσαν πολύ.
Твои слова меня очень обидели. · Your words hurt me deeply.
Δεν ήθελα να πληγώσω τα συναισθήματά του.
Я не хотел обидеть его чувства. · I didn't want to hurt his feelings.
Η μέλισσα τον πλήγωσε στο πόδι.
Пчела ужалила его в ногу. · The bee stung him on the foot.