πλεονέκτημα
[pleoˈnektima]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
преимущество, advantage
advantage, beneficial feature · έχει πλεονέκτημα — имеет преимущество
2
выгода, преимущественное положение
benefit, advantageous position · το πλεονέκτημα της θέσης — выгода положения
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πλεονέκτημα
вин.
το πλεονέκτημα
род.
του πλεονεκτήματος
зват.
πλεονέκτημα
Мн. ч.
им.
τα πλεονεκτήματα
вин.
τα πλεονεκτήματα
род.
των πλεονεκτημάτων
зват.
πλεονεκτήματα
Примеры
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του είναι η εμπειρία.
Его главное преимущество — это опыт. · His main advantage is experience.
Έχουμε πολλά πλεονεκτήματα σε αυτό το έργο.
У нас много преимуществ в этом проекте. · We have many advantages in this project.
Τα πλεονεκτήματά τους είναι η ταχύτητα και το κόστος.
Их преимущества — это скорость и стоимость. · Their benefits are speed and cost.
Δεν βλέπω κανένα πλεονέκτημα σε αυτή την πρόταση.
Я не вижу никакого преимущества в этом предложении. · I see no advantage in that proposal.