πλατεία
[plaˈtia]существительноеη · женский родA1
Значения
1
площадь (общественное пространство в городе)
square (public space in a city) · η πλατεία του Συντάγματος — площадь Конституции
2
площадь (геометрическая величина)
area (geometric measurement) · η πλατεία ενός τετραγώνου — площадь квадрата
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πλατεία
вин.
την πλατεία
род.
της πλατείας
зват.
πλατεία
Мн. ч.
им.
οι πλατείες
вин.
τις πλατείες
род.
των πλατειών
зват.
πλατείες
Примеры
Η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο.
На площади много народу. · The square is full of people.
Συναντιόμαστε στην πλατεία του χωριού.
Мы встречаемся на деревенской площади. · We meet at the village square.
Οι πλατείες της Αθήνας είναι όμορφες.
Площади Афин красивые. · The squares of Athens are beautiful.
Υπολόγισε την πλατεία του οικοπέδου.
Он вычислил площадь участка. · He calculated the area of the plot.