Греческий словарь
с грамматикой

πλαστογραφώ

[plastoɣraˈfo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
подделывать (документ, подпись)
forge (a document, signature) · πλαστογραφώ ένα έγγραφο — подделываю документ
2
фальсифицировать, подделывать (в целом)
falsify, fabricate · πλαστογραφώ στοιχεία — фальсифицирую данные

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πλαστογραφώ
εσύ
πλαστογραφείς
αυτός
πλαστογραφεί
εμείς
πλαστογραφούμε
εσείς
πλαστογραφείτε
αυτοί
πλαστογραφούν
Аорист
εγώ
πλαστογράφησα
εσύ
πλαστογράφησες
αυτός
πλαστογράφησε
εμείς
πλαστογραφήσαμε
εσείς
πλαστογραφήσατε
αυτοί
πλαστογράφησαν
Будущее
εγώ
θα πλαστογραφήσω
εσύ
θα πλαστογραφήσεις
αυτός
θα πλαστογραφήσει
εμείς
θα πλαστογραφήσουμε
εσείς
θα πλαστογραφήσετε
αυτοί
θα πλαστογραφήσουν

Примеры

Ο δικηγόρος κατηγορήθηκε ότι πλαστογράφησε έγγραφα.
Адвоката обвинили в подделке документов. · The lawyer was accused of forging documents.
Δεν πρέπει να πλαστογραφούμε στοιχεία για την έρευνα.
Нельзя фальсифицировать данные для исследования. · We must not fabricate data for the research.
Αυτός πλαστογραφεί υπογραφές για χρήματα.
Он подделывает подписи ради денег. · He forges signatures for money.
Θα πλαστογραφήσει το διαβατήριο του φίλου του.
Он подделает паспорт своего друга. · He will forge his friend's passport.