πλαστογραφία
[plastoɣraˈfi.a]существительноеη · женский родB2
Значения
1
подделка документа, фальсификация подписи
forgery, document fraud, counterfeiting of signature · η πλαστογραφία της υπογραφής — подделка подписи
2
преступление, связанное с подделкой
the crime of forging or counterfeiting · κατηγορείται για πλαστογραφία — обвинять в подделке
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πλαστογραφία
вин.
την πλαστογραφία
род.
της πλαστογραφίας
зват.
πλαστογραφία
Мн. ч.
им.
οι πλαστογραφίες
вин.
τις πλαστογραφίες
род.
των πλαστογραφιών
зват.
πλαστογραφίες
Примеры
Η πλαστογραφία εγγράφων είναι σοβαρό έγκλημα.
Подделка документов — серьёзное преступление. · Document forgery is a serious crime.
Συνελήφθη για πλαστογραφία διαβατηρίου.
Его арестовали за подделку паспорта. · He was arrested for passport forgery.
Οι πλαστογραφίες αποκαλύφθηκαν κατά την έρευνα.
Подделки были выявлены во время расследования. · The forgeries were discovered during the investigation.
Κατηγορείται για πλαστογραφία και απάτη.
Его обвиняют в подделке и мошенничестве. · He is accused of forgery and fraud.