Греческий словарь
с грамматикой

πλακώνω

[plaˈkono]глаголB1

Значения

1
мучить, изнурять; надоедать
to torment, to pester; to wear out · με πλακώνει με ερωτήσεις — он меня мучит вопросами
2
докучать, надавать по спине
to beat, to thrash · τον πλάκωσαν — его избили

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πλακώνω
εσύ
πλακώνεις
αυτός
πλακώνει
εμείς
πλακώνουμε
εσείς
πλακώνετε
αυτοί
πλακώνουν
Аорист
εγώ
πλάκωσα
εσύ
πλάκωσες
αυτός
πλάκωσε
εμείς
πλακώσαμε
εσείς
πλακώσατε
αυτοί
πλάκωσαν
Будущее
εγώ
θα πλακώσω
εσύ
θα πλακώσεις
αυτός
θα πλακώσει
εμείς
θα πλακώσουμε
εσείς
θα πλακώσετε
αυτοί
θα πλακώσουν

Примеры

Με πλακώνει με τις συνεχείς ερωτήσεις του.
Он меня мучит своими постоянными вопросами. · He's pestering me with his constant questions.
Τον πλάκωσαν και τον άφησαν στο δρόμο.
Его избили и оставили на дороге. · They beat him and left him on the road.
Θα του πλακώσω αν δεν σταματήσει.
Я ему задам жару, если он не прекратит. · I'll give him a beating if he doesn't stop.
Πλακώνεσαι κι εσύ από αυτή τη δουλειά;
И ты изнурен этой работой? · Are you also worn out by this work?