Греческий словарь
с грамматикой

πλαισιώνω

[pleˈsioˌno]глаголB1

Значения

1
обрамлять, помещать в рамку
to frame, to put in a frame · πλαισιώνω έναν πίνακα — обрамляю картину
2
окружать, обставлять
to surround, to enclose, to set the scene for · πλαισιώνει την ιστορία — обставляет историю контекстом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πλαισιώνω
εσύ
πλαισιώνεις
αυτός
πλαισιώνει
εμείς
πλαισιώνουμε
εσείς
πλαισιώνετε
αυτοί
πλαισιώνουν
Аорист
εγώ
πλαίσιωσα
εσύ
πλαίσιωσες
αυτός
πλαίσιωσε
εμείς
πλαισιώσαμε
εσείς
πλαισιώσατε
αυτοί
πλαίσιωσαν
Будущее
εγώ
θα πλαισιώσω
εσύ
θα πλαισιώσεις
αυτός
θα πλαισιώσει
εμείς
θα πλαισιώσουμε
εσείς
θα πλαισιώσετε
αυτοί
θα πλαισιώσουν

Примеры

Πλαίσιωσε τη φωτογραφία με ένα όμορφο ξύλινο πλαίσιο.
Он обрамил фотографию красивой деревянной рамкой. · He framed the photograph with a beautiful wooden frame.
Τα δέντρα πλαισιώνουν το μονοπάτι στο δάσος.
Деревья окружают тропинку в лесу. · Trees line the path through the forest.
Θα πλαισιώσουμε την αφήγηση με μουσική και φωτισμό.
Мы обставим рассказ музыкой и освещением. · We'll frame the narrative with music and lighting.