πλαίσιο
[ˈplɛzjo]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
рамка, обрамление
frame, border · το πλαίσιο του πίνακα — рамка картины
2
рамки, рамки действия (переносное значение)
framework, scope, parameters · στο πλαίσιο της συνεργασίας — в рамках сотрудничества
3
оконная рама
window frame · το πλαίσιο του παραθύρου — рама окна
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πλαίσιο
вин.
το πλαίσιο
род.
του πλαισίου
зват.
πλαίσιο
Мн. ч.
им.
τα πλαίσια
вин.
τα πλαίσια
род.
των πλαισίων
зват.
πλαίσια
Примеры
Το πλαίσιο της εικόνας είναι από ξύλο.
Рамка картины сделана из дерева. · The picture frame is made of wood.
Στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, είναι σημαντικά οι δεξιότητες.
В контексте образования важны навыки. · Within the scope of education, skills are important.
Πρέπει να αλλάξουμε τα πλαίσια του προγράμματος.
Нам нужно изменить рамки программы. · We need to change the framework of the program.