Греческий словарь
с грамматикой

πλήσσω

[ˈpliso]глаголB2

Значения

1
поражать, наносить удар
strike, hit, smite · πλήσσω κάποιον — поразить кого-то
2
потрясать, шокировать (эмоционально)
shock, stun, astound · πλήσσω κάποιον με νέα — потрясти кого-то новостью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πλήσσω
εσύ
πλήσσεις
αυτός
πλήσσει
εμείς
πλήσσουμε
εσείς
πλήσσετε
αυτοί
πλήσσουν
Аорист
εγώ
έπληξα
εσύ
έπληξες
αυτός
έπληξε
εμείς
επλήξαμε
εσείς
επλήξατε
αυτοί
έπληξαν
Будущее
εγώ
θα πλήξω
εσύ
θα πλήξεις
αυτός
θα πλήξει
εμείς
θα πλήξουμε
εσείς
θα πλήξετε
αυτοί
θα πλήξουν

Примеры

Το νέο ξέσπασμα της πανδημίας πλήξει τους πολίτες.
Новая вспышка пандемии потрясла граждан. · The new pandemic outbreak stunned the citizens.
Η απόφαση του δικαστηρίου έπληξε την κοινωνία.
Решение суда потрясло общество. · The court's decision shocked society.
Ο κεραυνός έπληξε το δέντρο κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Молния ударила в дерево во время грозы. · Lightning struck the tree during the storm.