πλήρωμα
[ˈplíroma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
экипаж (корабля, самолёта)
crew (of a ship, aircraft) · το πλήρωμα του πλοίου — экипаж корабля
2
полнота, наполненность
fullness, completeness · πλήρωμα της ζωής — полнота жизни
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πλήρωμα
вин.
το πλήρωμα
род.
του πληρώματος
зват.
πλήρωμα
Мн. ч.
им.
τα πληρώματα
вин.
τα πληρώματα
род.
των πληρωμάτων
зват.
πληρώματα
Примеры
Το πλήρωμα του αεροπλάνου ήταν πολύ επαγγελματικό.
Экипаж самолёта был очень профессионален. · The aircraft crew was very professional.
Όλα τα μέλη του πληρώματος ήταν έτοιμα για την αποστολή.
Все члены экипажа были готовы к миссии. · All crew members were ready for the mission.
Το πλήρωμα του πλοίου δούλευε σκληρά κάθε μέρα.
Экипаж корабля работал упорно каждый день. · The ship's crew worked hard every day.