Греческий словарь
с грамматикой

πλέω

[ˈpleo]глаголA2

Значения

1
плыть, плавать (по морю, по воде)
to sail, to travel by sea · πλέω στη θάλασσα — плыву в море
2
плыть (о судне)
to float, to be afloat · το καράβι πλέει — корабль плывёт

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πλέω
εσύ
πλέεις
αυτός
πλέει
εμείς
πλέουμε
εσείς
πλέετε
αυτοί
πλέουν
Аорист
εγώ
έπλευσα
εσύ
έπλευσες
αυτός
έπλευσε
εμείς
επλεύσαμε
εσείς
επλεύσατε
αυτοί
έπλευσαν
Будущее
εγώ
θα πλεύσω
εσύ
θα πλεύσεις
αυτός
θα πλεύσει
εμείς
θα πλεύσουμε
εσείς
θα πλεύσετε
αυτοί
θα πλεύσουν

Примеры

Θα πλεύσουμε προς την Κρήτη αύριο.
Завтра мы будем плыть на Крит. · We will sail to Crete tomorrow.
Ο ναύτης έπλευσε για πολλά χρόνια.
Мореход много лет плавал по морям. · The sailor sailed for many years.
Πλέουν με ιστιοφόρο κατά τη δύση του ήλιου.
Они плывут на парусной лодке на закате. · They sail in a sailboat at sunset.
Το πλοίο πλέει ήσυχα στο λιμάνι.
Корабль спокойно стоит в гавани. · The ship rests peacefully in the harbor.