Греческий словарь
с грамматикой

πλέκω

[ˈpleko]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
плести, вязать
to knit, to weave · πλέκω ένα πουλόβερ — вязать свитер
2
придумывать, выдумывать (о истории, плане)
to concoct, to fabricate, to spin (a story, plan) · πλέκει ψέματα — придумывает ложь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πλέκω
εσύ
πλέκεις
αυτός
πλέκει
εμείς
πλέκουμε
εσείς
πλέκετε
αυτοί
πλέκουν
Аорист
εγώ
έπλεξα
εσύ
έπλεξες
αυτός
έπλεξε
εμείς
πλέξαμε
εσείς
πλέξατε
αυτοί
έπλεξαν
Будущее
εγώ
θα πλέξω
εσύ
θα πλέξεις
αυτός
θα πλέξει
εμείς
θα πλέξουμε
εσείς
θα πλέξετε
αυτοί
θα πλέξουν

Примеры

Η γιαγιά πλέκει κάλτσες όλη την ημέρα.
Бабушка весь день вяжет носки. · Grandma knits socks all day long.
Έπλεξε μια ιστορία για να δικαιολογηθεί.
Она выдумала историю, чтобы оправдаться. · She fabricated a story to justify herself.
Πλέκουν ένα σχέδιο για το πάρτι.
Они разрабатывают план для вечеринки. · They are hatching a plan for the party.
Θα πλέξω ένα μαντήλι για τον χειμώνα.
Я свяжу шаль на зиму. · I will knit a shawl for winter.