πλάσσω
[ˈplaso]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
лепить, формировать из мягкого материала
to shape, to mold, to form from soft material · πλάσσω από πηλό — лепить из глины
2
создавать, конструировать (в переносном смысле)
to create, to construct, to fashion (figuratively) · πλάσσω ένα σχέδιο — создавать план
3
вымышлять, придумывать (ложь, историю)
to invent, to fabricate (a lie, a story) · πλάσσω ψέματα — придумывать ложь
Грамматика
Настоящее время
εγώ
πλάσσω
εσύ
πλάσσεις
αυτός
πλάσσει
εμείς
πλάσσουμε
εσείς
πλάσσετε
αυτοί
πλάσσουν
Аорист
εγώ
έπλασα
εσύ
έπλασες
αυτός
έπλασε
εμείς
πλάσαμε
εσείς
πλάσατε
αυτοί
έπλασαν
Будущее
εγώ
θα πλάσω
εσύ
θα πλάσεις
αυτός
θα πλάσει
εμείς
θα πλάσουμε
εσείς
θα πλάσετε
αυτοί
θα πλάσουν
Примеры
Τα παιδιά πλάσσουν ζωάκια από πηλό.
Дети лепят животных из глины. · The children mold animals from clay.
Ο καλλιτέχνης έπλασε ένα υπέροχο άγαλμα.
Художник создал прекрасную скульптуру. · The artist created a wonderful sculpture.
Μην πλάσσεις ψέματα για το τι συνέβη.
Не придумывай ложь о том, что случилось. · Don't fabricate lies about what happened.
Θα πλάσουν νέες πολιτικές για το μέλλον.
Они создадут новую политику на будущее. · They will shape new policies for the future.