πλάνο
[ˈplano]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
план, проект
plan, project · έχω ένα πλάνο — у меня есть план
2
плоскость, поверхность
plane, flat surface · το πλάνο της σανίδας — плоскость доски
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πλάνο
вин.
το πλάνο
род.
του πλάνου
зват.
πλάνο
Мн. ч.
им.
τα πλάνα
вин.
τα πλάνα
род.
των πλάνων
зват.
πλάνα
Примеры
Το πλάνο μας είναι να φύγουμε αύριο.
Наш план — уехать завтра. · Our plan is to leave tomorrow.
Έχεις κάποιο πλάνο για το Σαββατοκύριακο;
У тебя есть какой-нибудь план на выходные? · Do you have any plans for the weekend?
Τα πλάνα άλλαξαν λόγω της βροχής.
Планы изменились из-за дождя. · The plans changed because of the rain.
Σύμφωνα με το πλάνο, θα συναντηθούμε στις έξι.
По плану мы встретимся в шесть. · According to the plan, we'll meet at six.