Греческий словарь
с грамматикой

πιστώνω

[pisˈtono]глаголB2

Значения

1
заверять, удостоверять (подпись, документ)
to certify, to authenticate (a signature, document) · πιστώνω την υπογραφή — удостоверяю подпись
2
подтверждать, засвидетельствовать
to attest, to bear witness to · πιστώνω την αλήθεια — засвидетельствую правду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πιστώνω
εσύ
πιστώνεις
αυτός
πιστώνει
εμείς
πιστώνουμε
εσείς
πιστώνετε
αυτοί
πιστώνουν
Аорист
εγώ
πίστωσα
εσύ
πίστωσες
αυτός
πίστωσε
εμείς
πιστώσαμε
εσείς
πιστώσατε
αυτοί
πίστωσαν
Будущее
εγώ
θα πιστώσω
εσύ
θα πιστώσεις
αυτός
θα πιστώσει
εμείς
θα πιστώσουμε
εσείς
θα πιστώσετε
αυτοί
θα πιστώσουν

Примеры

Ο δικηγόρος πίστωσε την υπογραφή στο συμβόλαιο.
Адвокат удостоверил подпись на контракте. · The lawyer certified the signature on the contract.
Πιστώνω ότι παρουσιάστηκε στη συνέλευση.
Засвидетельствую, что он присутствовал на собрании. · I attest that he was present at the meeting.
Ο έγγραφος είναι πιστωμένος από τρεις μάρτυρες.
Документ удостоверен тремя свидетелями. · The document is certified by three witnesses.