πιστωτικός
[pistoˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
кредитный, относящийся к кредиту
credit, relating to credit · πιστωτική κάρτα — кредитная карта
2
кредиторский, принадлежащий кредитору
creditor's, belonging to a creditor · πιστωτικό υπόλοιπο — кредиторское сальдо
Грамматика
мужской род
им.
πιστωτικός
вин.
πιστωτικό
род.
πιστωτικού
зват.
πιστωτικέ
женский род
им.
πιστωτική
вин.
πιστωτική
род.
πιστωτικής
зват.
πιστωτική
средний род
им.
πιστωτικό
вин.
πιστωτικό
род.
πιστωτικού
зват.
πιστωτικό
Примеры
Η πιστωτική κάρτα είναι πολύ χρήσιμη.
Кредитная карта очень полезна. · The credit card is very useful.
Έχει πιστωτικό όριο δύο χιλιάδες ευρώ.
У него кредитный лимит две тысячи евро. · He has a credit limit of two thousand euros.
Η τράπεζα προσφέρει πιστωτικές υπηρεσίες.
Банк предлагает кредитные услуги. · The bank offers credit services.
Το πιστωτικό υπόλοιπο αυξήθηκε αυτόν το μήνα.
Кредиторское сальдо выросло в этом месяце. · The creditor balance increased this month.