Греческий словарь
с грамматикой

πιστωτής

[pistoˈtis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
кредитор, заимодавец
creditor, lender · ο πιστωτής δανείζει χρήματα — кредитор одалживает деньги

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο πιστωτής
вин.
τον πιστωτή
род.
του πιστωτή
зват.
πιστωτή
Мн. ч.
им.
οι πιστωτές
вин.
τους πιστωτές
род.
των πιστωτών
зват.
πιστωτές

Примеры

Οι πιστωτές του απαιτούν την αποπληρωμή του δανείου.
Его кредиторы требуют погашения кредита. · His creditors are demanding repayment of the loan.
Ο πιστωτής συμφώνησε να παρατείνει την προθεσμία.
Кредитор согласился продлить срок. · The creditor agreed to extend the deadline.
Με τον πιστωτή υπήρχαν διαφωνίες σχετικά με τους όρους.
С кредитором были разногласия по условиям. · There were disputes with the creditor about the terms.