Греческий словарь
с грамматикой

πιστοποιώ

[pistoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
удостоверять, подтверждать (документально или официально)
to certify, to attest, to authenticate · πιστοποιώ τα έγγραφα — удостоверяю документы
2
выдавать свидетельство, выдавать сертификат
to issue a certificate · πιστοποιώ έναν εργαζόμενο — выдаю сертификат работнику

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πιστοποιώ
εσύ
πιστοποιείς
αυτός
πιστοποιεί
εμείς
πιστοποιούμε
εσείς
πιστοποιείτε
αυτοί
πιστοποιούν
Аорист
εγώ
πιστοποίησα
εσύ
πιστοποίησες
αυτός
πιστοποίησε
εμείς
πιστοποιήσαμε
εσείς
πιστοποιήσατε
αυτοί
πιστοποίησαν
Будущее
εγώ
θα πιστοποιήσω
εσύ
θα πιστοποιήσεις
αυτός
θα πιστοποιήσει
εμείς
θα πιστοποιήσουμε
εσείς
θα πιστοποιήσετε
αυτοί
θα πιστοποιήσουν

Примеры

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πιστοποιεί τα πρότυπα ασφαλείας των προϊόντων.
Европейский союз удостоверяет стандарты безопасности продуктов. · The European Union certifies the safety standards of products.
Πιστοποίησα ότι τα έγγραφα είναι αυθεντικά.
Я подтвердил, что документы подлинные. · I verified that the documents are authentic.
Θα πιστοποιήσουν τα προσόντα του υποψηφίου.
Они удостоверят квалификацию кандидата. · They will certify the candidate's qualifications.
Οι πιστοποιημένοι τεχνικοί έχουν ειδική εκπαίδευση.
Сертифицированные техники имеют специальную подготовку. · Certified technicians have special training.