πιστοποιητικό
[pistopioˈtiko]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
свидетельство, удостоверение, сертификат
certificate, credential, official document · πιστοποιητικό γέννησης — свидетельство о рождении
2
справка, подтверждение
proof, attestation · πιστοποιητικό ποιότητας — сертификат качества
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πιστοποιητικό
вин.
το πιστοποιητικό
род.
του πιστοποιητικού
зват.
πιστοποιητικό
Мн. ч.
им.
τα πιστοποιητικά
вин.
τα πιστοποιητικά
род.
των πιστοποιητικών
зват.
πιστοποιητικά
Примеры
Χρειάζομαι το πιστοποιητικό γέννησής μου για το διαβατήριο.
Мне нужно моё свидетельство о рождении для паспорта. · I need my birth certificate for my passport.
Έλαβε πιστοποιητικό ολοκλήρωσης του σεμιναρίου.
Он получил сертификат об окончании семинара. · He received a certificate of completion for the seminar.
Τα πιστοποιητικά ποιότητας είναι υποχρεωτικά για τα προϊόντα.
Сертификаты качества обязательны для товаров. · Quality certificates are mandatory for products.