πιστοποίηση
[pistopiˈi.si]существительноеη · женский родB2
Значения
1
сертификация, удостоверение
certification, attestation · πιστοποίηση προϊόντος — сертификация продукта
2
подтверждение подлинности
verification of authenticity · πιστοποίηση ψηφιακής υπογραφής — проверка цифровой подписи
Грамматика
Ед. ч.
им.
η πιστοποίηση
вин.
την πιστοποίηση
род.
της πιστοποίησης
зват.
πιστοποίηση
Мн. ч.
им.
οι πιστοποιήσεις
вин.
τις πιστοποιήσεις
род.
των πιστοποιήσεων
зват.
πιστοποιήσεις
Примеры
Η πιστοποίηση ISO είναι υποχρεωτική για την εταιρεία.
Сертификация ISO обязательна для компании. · ISO certification is mandatory for the company.
Χρειάζεται πιστοποίηση ταυτότητας για την είσοδο.
Для входа требуется проверка личности. · Identity verification is needed for entry.
Οι πιστοποιήσεις των δασκάλων ελέγχονται ετησίως.
Квалификация учителей проверяется ежегодно. · Teachers' credentials are reviewed annually.
Λάβαμε πιστοποίηση από τον κρατικό φορέα.
Мы получили удостоверение от государственного органа. · We received certification from the state authority.