πιστολίδι
[pistoˈlidi]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
пистолет
pistol, handgun · όπλο για την άμυνα — оружие для защиты
Грамматика
Ед. ч.
им.
το πιστολίδι
вин.
το πιστολίδι
род.
του πιστολιδιού
зват.
πιστολίδι
Мн. ч.
им.
τα πιστολίδια
вин.
τα πιστολίδια
род.
των πιστολιδιών
зват.
πιστολίδια
Примеры
Ο αστυνομικός κρατούσε ένα πιστολίδι.
Полицейский держал пистолет. · The police officer was holding a pistol.
Τα πιστολίδια είναι επικίνδυνα όπλα.
Пистолеты — опасное оружие. · Pistols are dangerous weapons.
Βρήκαν ένα παλιό πιστολίδι στο σπίτι.
Они нашли старый пистолет в доме. · They found an old pistol in the house.