Греческий словарь
с грамматикой

πιγκουίνος

[piŋɡuˈinos]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
пингвин
penguin · πουλί της Ανταρκτικής — птица Антарктики

Грамматика

Ед. ч.
им.
o πιγκουίνος
вин.
τον πιγκουίνο
род.
του πιγκουίνου
зват.
πιγκουίνε
Мн. ч.
им.
οι πιγκουίνοι
вин.
τους πιγκουίνους
род.
των πιγκουίνων
зват.
πιγκουίνοι

Примеры

Ο πιγκουίνος ζει στην Ανταρκτική.
Пингвин живёт в Антарктике. · The penguin lives in Antarctica.
Τα παιδιά δείχνουν πιγκουίνους στο ζωολογικό κήπο.
Дети смотрят на пингвинов в зоопарке. · The children watch penguins at the zoo.
Μια αποικία πιγκουίνων περπατάει στον πάγο.
Колония пингвинов ходит по льду. · A colony of penguins walks across the ice.