Греческий словарь
с грамматикой

πιάνω

[piˈano]глаголA1

Значения

1
ловить, поймать (схватить рукой)
catch, grab (seize with hand) · πιάνω τη μπάλα — ловлю мяч
2
арестовать, задержать
arrest, capture · η αστυνομία πιάνει τον κακό — полиция ловит преступника
3
занимать (место, время)
take up, occupy (space, time) · πιάνει πολύ χώρο — занимает много места
4
начинать (работу, дело)
start, begin (work, task) · πιάνω δουλειά — начинаю работу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πιάνω
εσύ
πιάνεις
αυτός
πιάνει
εμείς
πιάνουμε
εσείς
πιάνετε
αυτοί
πιάνουν
Аорист
εγώ
έπιασα
εσύ
έπιασες
αυτός
έπιασε
εμείς
πιάσαμε
εσείς
πιάσατε
αυτοί
έπιασαν
Будущее
εγώ
θα πιάσω
εσύ
θα πιάσεις
αυτός
θα πιάσει
εμείς
θα πιάσουμε
εσείς
θα πιάσετε
αυτοί
θα πιάσουν

Примеры

Ο γιος μου πιάνει πάντα τη μπάλα.
Мой сын всегда ловит мяч. · My son always catches the ball.
Την χτες τον έπιασαν οι αστυνομικοί.
Вчера его арестовала полиция. · Yesterday the police arrested him.
Αυτό το έπιπλο πιάνει πολύ χώρο.
Эта мебель занимает много места. · This furniture takes up a lot of space.
Θα πιάσω δουλειά την Δευτέρα.
В понедельник я начну работать. · I'll start work on Monday.