Греческий словарь
с грамматикой

πηδάω

[piˈðao]глаголA1

Значения

1
прыгать, подпрыгивать
to jump, to hop · το παιδί πηδάει ψηλά — ребёнок прыгает высоко
2
скакать (о лошади и т.п.)
to gallop, to caper (of animals) · το άλογο πηδάει — лошадь скачет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πηδάω
εσύ
πηδάς
αυτός
πηδάει
εμείς
πηδάμε
εσείς
πηδάτε
αυτοί
πηδάνε
Аорист
εγώ
πήδησα
εσύ
πήδησες
αυτός
πήδησε
εμείς
πηδήσαμε
εσείς
πηδήσατε
αυτοί
πήδησαν
Будущее
εγώ
θα πηδήσω
εσύ
θα πηδήσεις
αυτός
θα πηδήσει
εμείς
θα πηδήσουμε
εσείς
θα πηδήσετε
αυτοί
θα πηδήσουν

Примеры

Τα παιδιά πηδάνε στην αυλή.
Дети прыгают во дворе. · The children are jumping in the yard.
Ο σκύλος πήδησε στον καναπέ.
Собака прыгнула на диван. · The dog jumped onto the sofa.
Το άλογο πηδάει με χαρά.
Лошадь скачет с радостью. · The horse gallops joyfully.
Θα πηδήσουν πάνω από το εμπόδιο.
Они прыгнут через препятствие. · They will jump over the obstacle.