Греческий словарь
с грамматикой

πηγάζω

[piˈɣazo]глаголB1

Значения

1
бить ключом, бить источником (о воде)
to spring, to gush, to well up (of water) · το νερό πηγάζει από τη βρύση — вода бьёт ключом из крана
2
происходить, берёть начало, вытекать (о чувствах, идеях)
to stem from, to arise, to spring from (of emotions, ideas) · η αγάπη πηγάζει από την καρδιά — любовь берёт начало в сердце

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πηγάζω
εσύ
πηγάζεις
αυτός
πηγάζει
εμείς
πηγάζουμε
εσείς
πηγάζετε
αυτοί
πηγάζουν
Аорист
εγώ
πήγασα
εσύ
πήγασες
αυτός
πήγασε
εμείς
πηγάσαμε
εσείς
πηγάσατε
αυτοί
πήγασαν
Будущее
εγώ
θα πηγάσω
εσύ
θα πηγάσεις
αυτός
θα πηγάσει
εμείς
θα πηγάσουμε
εσείς
θα πηγάσετε
αυτοί
θα πηγάσουν

Примеры

Το νερό πηγάζει δυνατά από την πηγή.
Вода сильно бьёт ключом из источника. · Water gushes powerfully from the spring.
Η εμπιστοσύνη του πηγάζει από την εμπειρία του.
Его доверие вытекает из его опыта. · His confidence stems from his experience.
Χθες πήγασαν νέα προβλήματα στη συνεδρίαση.
Вчера на заседании возникли новые проблемы. · New problems arose at yesterday's meeting.
Πηγάζοντας από την ίδια πηγή, είμαστε αδέλφια.
Происходя из одного источника, мы братья. · Springing from the same source, we are brothers.