Греческий словарь
с грамматикой

πετώ

[peˈto]глаголA1

Значения

1
летать
to fly · το πουλί πετάει — птица летает
2
кидать, бросать
to throw, to toss · πέταξε την μπάλα — бросил мяч

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πετώ
εσύ
πετάς
αυτός
πετάει
εμείς
πετάμε
εσείς
πετάτε
αυτοί
πετάνε
Аорист
εγώ
πέταξα
εσύ
πέταξες
αυτός
πέταξε
εμείς
πετάξαμε
εσείς
πετάξατε
αυτοί
πέταξαν
Будущее
εγώ
θα πετάξω
εσύ
θα πετάξεις
αυτός
θα πετάξει
εμείς
θα πετάξουμε
εσείς
θα πετάξετε
αυτοί
θα πετάξουν

Примеры

Τα πουλιά πετούν ψηλά στον ουρανό.
Птицы летают высоко в небе. · The birds fly high in the sky.
Πέταξε την μπάλα στον τοίχο.
Он бросил мяч в стену. · He threw the ball at the wall.
Θα πετάξω αύριο για Αθήνα.
Завтра я улечу в Афины. · I will fly to Athens tomorrow.
Μην πετάξεις πέτρες στα παράθυρα!
Не бросай камни в окна! · Don't throw stones at the windows!