Греческий словарь
с грамматикой

πετυχαίνω

[petiˈçeno]глаголA2

Значения

1
удаваться, получаться
to succeed, to manage · Τα πράγματα πετυχαίνουν. — Дела идут хорошо.
2
достигать, попадать (в цель)
to hit, to reach, to achieve · Η σφαίρα πετύχαινε το στόχο. — Пуля попала в цель.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πετυχαίνω
εσύ
πετυχαίνεις
αυτός
πετυχαίνει
εμείς
πετυχαίνουμε
εσείς
πετυχαίνετε
αυτοί
πετυχαίνουν
Аорист
εγώ
πέτυχα
εσύ
πέτυχες
αυτός
πέτυχε
εμείς
πετύχαμε
εσείς
πετύχατε
αυτοί
πέτυχαν
Будущее
εγώ
θα πετύχω
εσύ
θα πετύχεις
αυτός
θα πετύχει
εμείς
θα πετύχουμε
εσείς
θα πετύχετε
αυτοί
θα πετύχουν

Примеры

Τελικά πέτυχε να περάσει το διαγώνισμα.
В конце концов ему удалось сдать экзамен. · In the end he managed to pass the exam.
Η μπάλα δεν πετύχαινε τη φωλιά.
Мяч не попадал в лунку. · The ball didn't hit the hole.
Πετυχαίνουν καλά στη δουλειά τους.
Они преуспевают в своей работе. · They are doing well at their job.
Θα πετύχει τον στόχο του αν εργαστεί σκληρά.
Он достигнет своей цели, если будет много работать. · He will achieve his goal if he works hard.