Греческий словарь
с грамматикой

πετάχνω

[peˈtaxno]глаголA2

Значения

1
бросать, швырять
to throw, to fling · πετάχνω την μπάλα — я бросаю мяч
2
выбрасывать, избавляться
to throw away, to discard · πετάχνω τα παλιά ρούχα — я выбрасываю старую одежду
3
спешить, торопиться (разговорное)
to rush, to hurry (informal) · πετάχνω για το σχολείο — я спешу в школу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
πετάχνω
εσύ
πετάχνεις
αυτός
πετάχνει
εμείς
πετάχνουμε
εσείς
πετάχνετε
αυτοί
πετάχνουν
Аорист
εγώ
έπεταξα
εσύ
έπεταξες
αυτός
έπεταξε
εμείς
επετάξαμε
εσείς
επετάξατε
αυτοί
έπεταξαν
Будущее
εγώ
θα πετάξω
εσύ
θα πετάξεις
αυτός
θα πετάξει
εμείς
θα πετάξουμε
εσείς
θα πετάξετε
αυτοί
θα πετάξουν

Примеры

Ο παίδας πέταξε την μπάλα ψηλά.
Мальчик бросил мяч высоко в воздух. · The boy threw the ball high in the air.
Πετάχνω τα παλιά χαρτιά στα σκουπίδια.
Я выбрасываю старые бумаги в мусор. · I'm throwing the old papers in the trash.
Πετάχνοντας έξω, ξέχασα το κλειδί μου.
В спешке уходя, я забыл свой ключ. · Rushing out, I forgot my key.
Θα πετάξουν την ταινία αργά το βράδυ.
Они покажут фильм поздно вечером. · They will show the film late in the evening.