περιφρόνηση
[periˈfroni.si]существительноеη · женский родB2
Значения
1
презрение, пренебрежение
contempt, disdain · με περιφρόνηση κοιτάζει — смотрит с презрением
2
пренебрежительное отношение, игнорирование
disregard, dismissal · περιφρόνηση του κανόνα — пренебрежение правилом
Грамматика
Ед. ч.
им.
η περιφρόνηση
вин.
την περιφρόνηση
род.
της περιφρόνησης
зват.
περιφρόνηση
Мн. ч.
им.
οι περιφρονήσεις
вин.
τις περιφρονήσεις
род.
των περιφρονήσεων
зват.
περιφρονήσεις
Примеры
Η περιφρόνησή του προς τους άλλους ήταν εμφανής.
Его презрение к другим было очевидно. · His contempt for others was obvious.
Δεν ανέχομαι την περιφρόνηση κανενός.
Я не терплю пренебрежения ни к кому. · I won't tolerate anyone's disrespect.
Με περιφρόνηση αψηφά τις νόμιμες εντολές.
С пренебрежением игнорирует законные приказы. · He dismisses lawful orders with contempt.
Οι περιφρονήσεις του δημιουργούσαν κακό κλίμα.
Его пренебрежения создавали плохую атмосферу. · His disdainful attitudes created a bad atmosphere.