περιφρονώ
[perifroˈno]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2
Значения
1
презирать, относиться с презрением
to despise, to regard with contempt · περιφρονώ κάποιον — презирать кого-то
2
пренебрегать, игнорировать
to disregard, to scorn · περιφρονώ τον κίνδυνο — пренебречь опасностью
Грамматика
Настоящее время
εγώ
περιφρονώ
εσύ
περιφρονείς
αυτός
περιφρονεί
εμείς
περιφρονούμε
εσείς
περιφρονείτε
αυτοί
περιφρονούν
Аорист
εγώ
περιφρόνησα
εσύ
περιφρόνησες
αυτός
περιφρόνησε
εμείς
περιφρονήσαμε
εσείς
περιφρονήσατε
αυτοί
περιφρόνησαν
Будущее
εγώ
θα περιφρονήσω
εσύ
θα περιφρονήσεις
αυτός
θα περιφρονήσει
εμείς
θα περιφρονήσουμε
εσείς
θα περιφρονήσετε
αυτοί
θα περιφρονήσουν
Примеры
Περιφρονεί όσους δεν έχουν την ίδια απόψη.
Он презирает тех, кто не разделяет его мнение. · He despises those who don't share his opinion.
Δεν μπορώ να περιφρονήσω τέτοια συμπεριφορά.
Я не могу игнорировать такое поведение. · I cannot disregard such behavior.
Περιφρονούσε τις προειδοποιήσεις και συνέχισε.
Он пренебрегал предупреждениями и продолжал. · He scorned the warnings and carried on.