Греческий словарь
с грамматикой

περιφέρω

[periˈfero]глаголB1

Значения

1
носить с собой, иметь при себе
carry around, have on one's person · περιφέρει το διαβατήριό του — носит с собой паспорт
2
возить, перевозить, доставлять
convey, transport, deliver · περιφέρει παιδιά στο σχολείο — возит детей в школу
3
распространять, разносить (новости, слухи)
spread, circulate (news, rumours) · περιφέρει φήμες — разносит слухи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περιφέρω
εσύ
περιφέρεις
αυτός
περιφέρει
εμείς
περιφέρουμε
εσείς
περιφέρετε
αυτοί
περιφέρουν
Аорист
εγώ
περιέφερα
εσύ
περιέφερες
αυτός
περιέφερε
εμείς
περιφέραμε
εσείς
περιφέρατε
αυτοί
περιέφεραν
Будущее
εγώ
θα περιφέρω
εσύ
θα περιφέρεις
αυτός
θα περιφέρει
εμείς
θα περιφέρουμε
εσείς
θα περιφέρετε
αυτοί
θα περιφέρουν

Примеры

Πάντα περιφέρει το κινητό του μαζί του.
Он всегда носит мобильный телефон с собой. · He always carries his mobile phone with him.
Το ταξί περιφέρει επιβάτες σε όλη την πόλη.
Такси возит пассажиров по всему городу. · The taxi transports passengers all around the city.
Δεν θέλω να περιφέρω αυτά τα νέα σε όλους.
Я не хочу разносить эти новости всем. · I don't want to spread this news to everyone.
Περιέφερε τα επιστολές σε κάθε σπίτι.
Он разносил письма в каждый дом. · He delivered letters to every house.