περιφέρεια
[periˈferia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
область, регион (административное деление)
region, prefecture (administrative division) · η περιφέρεια της Αττικής — область Аттики
2
периферия, окраина (окружающая или дальняя местность)
periphery, outskirts (surrounding or distant area) · στην περιφέρεια της πόλης — на окраине города
3
окружность, периметр (геометрический термин)
circumference, perimeter (geometric term) · η περιφέρεια του κύκλου — длина окружности
Грамматика
Ед. ч.
им.
η περιφέρεια
вин.
την περιφέρεια
род.
της περιφέρειας
зват.
περιφέρεια
Мн. ч.
им.
οι περιφέρειες
вин.
τις περιφέρειες
род.
των περιφερειών
зват.
περιφέρειες
Примеры
Η περιφέρεια της Θεσσαλίας είναι μεγάλη και γεωργική.
Область Фессалии большая и аграрная. · The Thessaly region is large and agricultural.
Στις περιφέρειες της Αθήνας ζουν πολλοί άνθρωποι.
На окраинах Афин живёт много людей. · Many people live in the suburbs of Athens.
Υπολόγισε την περιφέρεια του τροχού με τον τύπο.
Он вычислил длину окружности колеса по формуле. · He calculated the circumference of the wheel using the formula.
Την περιφέρειας τραβούν νέα σχέδια ανάπτυξης.
Периферию тянут новые планы развития. · New development plans are pulling the periphery forward.