περιτύλιγμα
[periˈtiliɣma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
обёртка, упаковка
wrapping, packaging · το περιτύλιγμα του δώρου — упаковка подарка
2
завёртывание, процесс обматывания
wrapping up, the act of wrapping · το περιτύλιγμα με σχοινί — обматывание верёвкой
Грамматика
Ед. ч.
им.
το περιτύλιγμα
вин.
το περιτύλιγμα
род.
του περιτυλίγματος
зват.
περιτύλιγμα
Мн. ч.
им.
τα περιτυλίγματα
вин.
τα περιτυλίγματα
род.
των περιτυλιγμάτων
зват.
περιτυλίγματα
Примеры
Το περιτύλιγμα του δώρου ήταν πολύ όμορφο.
Упаковка подарка была очень красивой. · The wrapping of the gift was very beautiful.
Αφαίρεσε το περιτύλιγμα και ανοίξε το κουτί.
Она снял упаковку и открыл коробку. · He removed the wrapping and opened the box.
Τα περιτυλίγματα ήταν κατασκευασμένα από ανακυκλώσιμο υλικό.
Упаковки были сделаны из перерабатываемого материала. · The packagings were made from recyclable material.