Греческий словарь
с грамматикой

περιστρέφω

[periˈstrefo]глаголB1

Значения

1
вращать, крутить (вокруг оси)
to rotate, to turn around (an axis) · περιστρέφω το τιμόνι — вращаю руль
2
перенаправлять, переориентировать (мысли, внимание)
to redirect, to reorient (thoughts, attention) · περιστρέφω την κουβέντα — переводу разговор на другую тему

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περιστρέφω
εσύ
περιστρέφεις
αυτός
περιστρέφει
εμείς
περιστρέφουμε
εσείς
περιστρέφετε
αυτοί
περιστρέφουν
Аорист
εγώ
περιέστρεψα
εσύ
περιέστρεψες
αυτός
περιέστρεψε
εμείς
περιεστρέψαμε
εσείς
περιεστρέψατε
αυτοί
περιέστρεψαν
Будущее
εγώ
θα περιστρέψω
εσύ
θα περιστρέψεις
αυτός
θα περιστρέψει
εμείς
θα περιστρέψουμε
εσείς
θα περιστρέψετε
αυτοί
θα περιστρέψουν

Примеры

Περιστρέψαμε το κρεβάτι προς το παράθυρο.
Мы повернули кровать к окну. · We turned the bed towards the window.
Ο οδηγός περιστρέφει το τιμόνι με δεξιότητα.
Водитель ловко крутит руль. · The driver handles the steering wheel skillfully.
Προσπάθησα να περιστρέψω τη συνομιλία σε ευχάριστο θέμα.
Я попытался переложить разговор на приятную тему. · I tried to steer the conversation to a pleasant topic.