Греческий словарь
с грамматикой

περιστατικό

[peristaˈtiko]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
случай, происшествие, событие
incident, case, occurrence, event · ένα περιστατικό στην εργασία — происшествие на работе
2
обстоятельство, ситуация
circumstance, situation · δύσκολα περιστατικά — сложные обстоятельства

Грамматика

Ед. ч.
им.
το περιστατικό
вин.
το περιστατικό
род.
του περιστατικού
зват.
περιστατικό
Мн. ч.
им.
τα περιστατικά
вин.
τα περιστατικά
род.
των περιστατικών
зват.
περιστατικά

Примеры

Το περιστατικό συνέβη χθες το βράδυ.
Происшествие случилось вчера вечером. · The incident happened last night.
Αναφέρετε τα περιστατικά στην αστυνομία.
Сообщите об этих случаях в полицию. · Report these incidents to the police.
Σε δύσκολα περιστατικά πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι.
В сложных обстоятельствах нужно оставаться спокойным. · In difficult circumstances we must stay calm.
Τα περιστατικά αυτά είναι πολύ σημαντικά για την έρευνα.
Эти факты очень важны для расследования. · These cases are very important for the investigation.