Греческий словарь
с грамматикой

περισσεύω

[periˈsevο]глаголB1

Значения

1
быть в избытке, в достатке; оставаться после использования
to be left over, to remain in excess; to have more than enough · χρήματα που περισσεύουν — деньги, которые остаются в избытке
2
превосходить, быть больше или лучше
to exceed, to surpass; to be superior · η αγάπη περισσεύει — любовь превосходит всё

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περισσεύω
εσύ
περισσεύεις
αυτός
περισσεύει
εμείς
περισσεύουμε
εσείς
περισσεύετε
αυτοί
περισσεύουν
Аорист
εγώ
περίσσεψα
εσύ
περίσσεψες
αυτός
περίσσεψε
εμείς
περισσέψαμε
εσείς
περισσέψατε
αυτοί
περίσσεψαν
Будущее
εγώ
θα περισσεύω
εσύ
θα περισσεύεις
αυτός
θα περισσεύει
εμείς
θα περισσεύουμε
εσείς
θα περισσεύετε
αυτοί
θα περισσεύουν

Примеры

Στο τέλος του μήνα περισσεύουν λίγα χρήματα.
В конце месяца остаётся мало денег. · At the end of the month there is little money left over.
Του έδωσα περισσότερο φαγητό και περίσσεψε ένα κομμάτι.
Я дал ему больше еды, и один кусок остался. · I gave him more food, and one piece was left.
Η χαρά του παιδιού περισσεύει σε όλο το σπίτι.
Радость ребёнка переполняет весь дом. · The child's joy overflows throughout the house.