περιπολικός
[peripoˈlikos]прилагательноеA2
Значения
1
патрульный, дежурный (о полиции)
patrol (relating to police patrol) · περιπολικό αυτοκίνητο — патрульный автомобиль
Грамматика
мужской род
им.
περιπολικός
вин.
περιπολικό
род.
περιπολικού
зват.
περιπολικέ
женский род
им.
περιπολική
вин.
περιπολική
род.
περιπολικής
зват.
περιπολική
средний род
им.
περιπολικό
вин.
περιπολικό
род.
περιπολικού
зват.
περιπολικό
Примеры
Το περιπολικό αυτοκίνητο σταμάτησε τον οδηγό.
Патрульный автомобиль остановил водителя. · The patrol car stopped the driver.
Είδαμε περιπολικούς αστυνομικούς στο δρόμο.
Мы видели патрульных полицейских на улице. · We saw patrol officers on the street.
Η περιπολική δύναμη ελέγχει τα μέτρα κυκλοφορίας.
Патрульная служба контролирует дорожное движение. · The patrol force controls traffic measures.