περιποίηση
[peripˈiisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
уход, забота
care, maintenance · περιποίηση του σώματος — уход за телом
2
внимание, деликатное обращение
attention, gentle treatment · με περιποίηση — с заботой, бережно
Грамматика
Ед. ч.
им.
η περιποίηση
вин.
την περιποίηση
род.
της περιποίησης
зват.
περιποίηση
Мн. ч.
им.
οι περιποιήσεις
вин.
τις περιποιήσεις
род.
των περιποιήσεων
зват.
περιποιήσεις
Примеры
Η περιποίηση του δέρματος είναι πολύ σημαντική.
Уход за кожей очень важен. · Skincare is very important.
Χρειάζεται μεγάλη περιποίηση για αυτό το φυτό.
Это растение требует тщательного ухода. · This plant requires careful maintenance.
Οι περιποιήσεις που έκαναν ήταν πολύ προσεκτικές.
Заботы, которые они проявили, были очень внимательными. · The care they showed was very attentive.
Δεν χρειάζεται πολλή περιποίηση.
Это не требует особого ухода. · It doesn't need much maintenance.