Греческий словарь
с грамматикой

περιπλανιέμαι

[periplaˈɲome]глаголB1

Значения

1
бродить, странствовать
to wander, to roam · περιπλανιέμαι στους δρόμους — бродить по улицам
2
заблудиться, сбиться с пути
to lose one's way, to go astray · περιπλανήθηκε στο δάσος — заблудился в лесу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περιπλανιέμαι
εσύ
περιπλανιέσαι
αυτός
περιπλανιέται
εμείς
περιπλανιόμαστε
εσείς
περιπλανιέστε
αυτοί
περιπλανιούνται
Аорист
εγώ
περιπλανήθηκα
εσύ
περιπλανήθηκες
αυτός
περιπλανήθηκε
εμείς
περιπλανηθήκαμε
εσείς
περιπλανηθήκατε
αυτοί
περιπλανήθηκαν
Будущее
εγώ
θα περιπλανιέμαι
εσύ
θα περιπλανιέσαι
αυτός
θα περιπλανιέται
εμείς
θα περιπλανιόμαστε
εσείς
θα περιπλανιέστε
αυτοί
θα περιπλανιούνται

Примеры

Ο ταξιδιώτης περιπλανιέται σ' ολόκληρη την Ευρώπη.
Путешественник странствует по всей Европе. · The traveller roams across the entire Europe.
Περιπλανήθηκαν για ώρες στο σκοτάδι.
Они блудили часами в темноте. · They wandered for hours in the dark.
Το παιδί περιπλανιέται ανάμεσα στα δέντρα.
Ребёнок бродит между деревьями. · The child roams among the trees.
Μην περιπλανιέσαι μόνος τη νύχτα.
Не блуждай один ночью. · Don't wander alone at night.