περιπατώ
[peripaˈto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)A1
Значения
1
гулять, ходить пешком
to walk, to go for a walk · περιπατώ στο πάρκο — гуляю в парке
Грамматика
Настоящее время
εγώ
περιπατώ
εσύ
περιπατάς
αυτός
περιπατά
εμείς
περιπατάμε
εσείς
περιπατάτε
αυτοί
περιπατάνε
Аорист
εγώ
περιπάτησα
εσύ
περιπάτησες
αυτός
περιπάτησε
εμείς
περιπατήσαμε
εσείς
περιπατήσατε
αυτοί
περιπάτησαν
Будущее
εγώ
θα περιπατήσω
εσύ
θα περιπατήσεις
αυτός
θα περιπατήσει
εμείς
θα περιπατήσουμε
εσείς
θα περιπατήσετε
αυτοί
θα περιπατήσουν
Примеры
Κάθε πρωί περιπατώ δύο χιλιόμετρα.
Каждое утро я гуляю два километра. · Every morning I walk two kilometres.
Χθες περιπατήσαμε στην παραλία.
Вчера мы гуляли на пляже. · Yesterday we went for a walk on the beach.
Αύριο θα περιπατήσω με τον φίλο μου.
Завтра я пойду гулять с моим другом. · Tomorrow I'll take a walk with my friend.
Περιπατάς πολύ γρήγορα για το παιδί.
Ты идёшь слишком быстро для ребёнка. · You're walking too fast for the child.