Греческий словарь
с грамматикой

περιορισμένος

[perioriˈsmenos]прилагательноеB1

Значения

1
ограниченный, ограниченного масштаба или объёма
limited, restricted in scope or extent · περιορισμένος χρόνος — ограниченное время
2
узкий (о кругозоре, возможностях человека)
narrow, restricted (of a person's outlook or abilities) · περιορισμένη γνώμη — узкие взгляды
3
скромный, небольшой (о количестве, средствах)
modest, meagre (of amount or resources) · περιορισμένο εισόδημα — скромный доход

Грамматика

мужской род
им.
περιορισμένος
вин.
περιορισμένο
род.
περιορισμένου
зват.
περιορισμένε
женский род
им.
περιορισμένη
вин.
περιορισμένη
род.
περιορισμένης
зват.
περιορισμένη
средний род
им.
περιορισμένο
вин.
περιορισμένο
род.
περιορισμένου
зват.
περιορισμένο

Примеры

Έχουμε περιορισμένο προϋπολογισμό για το έργο.
У нас ограниченный бюджет на этот проект. · We have a limited budget for this project.
Οι δυνατότητές του είναι αρκετά περιορισμένες.
Его возможности довольно ограниченные. · His abilities are rather limited.
Η πρόσβαση στην περιοχή είναι περιορισμένη.
Доступ в эту зону ограничен. · Access to the area is restricted.
Μαζί με περιορισμένα μέσα, δημιούργησε κάτι εξαιρετικό.
С ограниченными ресурсами он создал нечто необычайное. · With limited means, he created something remarkable.