Греческий словарь
с грамматикой

περιορίζω

[periˈɔrizo]глаголB1

Значения

1
ограничивать, ограничить
to limit, to restrict · περιορίζω τις ώρες εργασίας — ограничиваю рабочие часы
2
заключать в границы, огораживать
to confine, to bound · τα όρια που περιορίζουν το πάρκο — границы, которые ограничивают парк

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περιορίζω
εσύ
περιορίζεις
αυτός
περιορίζει
εμείς
περιορίζουμε
εσείς
περιορίζετε
αυτοί
περιορίζουν
Аорист
εγώ
περιόρισα
εσύ
περιόρισες
αυτός
περιόρισε
εμείς
περιορίσαμε
εσείς
περιορίσατε
αυτοί
περιόρισαν
Будущее
εγώ
θα περιορίσω
εσύ
θα περιορίσεις
αυτός
θα περιορίσει
εμείς
θα περιορίσουμε
εσείς
θα περιορίσετε
αυτοί
θα περιορίσουν

Примеры

Η κυβέρνηση περιόρισε τις εισαγωγές πετρελαίου.
Правительство ограничило импорт нефти. · The government restricted oil imports.
Δεν πρέπει να περιορίζουμε τα όνειρα των παιδιών.
Мы не должны ограничивать мечты детей. · We shouldn't limit children's dreams.
Το προϋπολογισμό περιορίζεται από τα διαθέσιμα κεφάλαια.
Бюджет ограничен имеющимися средствами. · The budget is constrained by available funds.
Θα περιορίσουν τις ώρες λειτουργίας του μουσείου.
Они ограничат часы работы музея. · They will limit the museum's opening hours.