περιοδεία
[periɔðˈia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
гастроль, гастрольное турне
tour, touring performance · μουσική περιοδεία — музыкальное турне
2
поездка, путешествие с посещением разных мест
journey, trip visiting various places · περιοδεία στην Ελλάδα — путешествие по Греции
Грамматика
Ед. ч.
им.
η περιοδεία
вин.
την περιοδεία
род.
της περιοδείας
зват.
περιοδεία
Мн. ч.
им.
οι περιοδείες
вин.
τις περιοδείες
род.
των περιοδειών
зват.
περιοδείες
Примеры
Η ορχήστρα κάνει περιοδεία στην Ευρώπη.
Оркестр отправляется в гастроль по Европе. · The orchestra is going on tour across Europe.
Την περιοδεία τη χρηματοδότησε το κράτος.
Государство финансировало это турне. · The state funded the tour.
Κατά τη διάρκεια της περιοδείας επισκέφτηκαν πολλές πόλεις.
Во время своего путешествия они посетили много городов. · During the tour they visited many cities.
Οι περιοδείες των καλλιτεχνών ήταν πολύ δημοφιλείς.
Гастроли артистов были очень популярны. · The artists' tours were very popular.