Греческий словарь
с грамматикой

περικυκλώνω

[periˈkikˈlono]глаголB2

Значения

1
окружать, обходить со всех сторон
to surround, to encircle · περικυκλώνω το κτίριο — окружаю здание
2
охватывать, заключать в круг
to enclose, to encompass · περικυκλώνουν τον εχθρό — они окружают врага

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περικυκλώνω
εσύ
περικυκλώνεις
αυτός
περικυκλώνει
εμείς
περικυκλώνουμε
εσείς
περικυκλώνετε
αυτοί
περικυκλώνουν
Аорист
εγώ
περικύκλωσα
εσύ
περικύκλωσες
αυτός
περικύκλωσε
εμείς
περικυκλώσαμε
εσείς
περικυκλώσατε
αυτοί
περικύκλωσαν
Будущее
εγώ
θα περικυκλώσω
εσύ
θα περικυκλώσεις
αυτός
θα περικυκλώσει
εμείς
θα περικυκλώσουμε
εσείς
θα περικυκλώσετε
αυτοί
θα περικυκλώσουν

Примеры

Το στρατό περικυκλώνει την πόλη από όλες τις πλευρές.
Армия окружает город со всех сторон. · The army surrounds the city from all sides.
Οι αστυνομικοί περικύκλωσαν τον ύποπτο.
Полицейские окружили подозреваемого. · The police officers encircled the suspect.
Θα περικυκλώσουν το κτίριο πριν από τη διαδήλωση.
Они окружат здание перед демонстрацией. · They will surround the building before the demonstration.
Περικυκλωμένος από εχθρούς, δεν είχε διέξοδο.
Окружённый врагами, у него не было выхода. · Surrounded by enemies, he had no way out.