Греческий словарь
с грамматикой

περικλείω

[periˈkli.o]глаголC1

Значения

1
заключать, окружать, охватывать со всех сторон
to enclose, to surround, to encompass on all sides · τείχος περικλείει την πόλη — стена окружает город
2
запирать, закрывать (букв. или перен.)
to lock up, to confine, to shut in · περικλείω κάποιον στο σπίτι — запереть кого-то в доме

Грамматика

Настоящее время
εγώ
περικλείω
εσύ
περικλείς
αυτός
περικλείει
εμείς
περικλείουμε
εσείς
περικλείετε
αυτοί
περικλείουν
Аорист
εγώ
περιέκλεισα
εσύ
περιέκλεισες
αυτός
περιέκλεισε
εμείς
περικλείσαμε
εσείς
περικλείσατε
αυτοί
περιέκλεισαν
Будущее
εγώ
θα περικλείσω
εσύ
θα περικλείσεις
αυτός
θα περικλείσει
εμείς
θα περικλείσουμε
εσείς
θα περικλείσετε
αυτοί
θα περικλείσουν

Примеры

Τα βουνά περικλείουν την κοιλάδα από όλες τις πλευρές.
Горы окружают долину со всех сторон. · Mountains enclose the valley on all sides.
Ο κήπος περικλείεται με ψηλό φράχτη.
Сад окружен высоким забором. · The garden is enclosed by a high fence.
Την εποχή του Μεσαίωνα, τείχη περιέκλειαν τις μεσαιωνικές πόλεις.
В средние века стены окружали средневековые города. · In the Middle Ages, walls enclosed medieval towns.