περιηγητής
[periɪˈɣitis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
экскурсовод, гид
tour guide, guide · ο περιηγητής δείχνει τα μνημεία — гид показывает памятники
2
путешественник, странник
traveller, wanderer · αρχαίος περιηγητής της Ελλάδας — древний путешественник по Греции
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο περιηγητής
вин.
τον περιηγητή
род.
του περιηγητή
зват.
περιηγητή
Мн. ч.
им.
οι περιηγητές
вин.
τους περιηγητές
род.
των περιηγητών
зват.
περιηγητές
Примеры
Ο περιηγητής μάς οδήγησε στο αρχαίο θέατρο.
Гид провел нас в древний театр. · The tour guide led us to the ancient theatre.
Οι περιηγητές προτιμούν να ταξιδεύουν το καλοκαίρι.
Путешественники предпочитают путешествовать летом. · Travellers prefer to travel in summer.
Ο περιηγητή ρώτησα για την ιστορία του νησιού.
Я спросил гида об истории острова. · I asked the guide about the history of the island.