περιεχόμενο
[periexˈomeno]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
содержание (текста, документа, фильма и т.д.)
content (of text, document, film, etc.) · το περιεχόμενο του βιβλίου — содержание книги
2
вместимость, объём, ёмкость
capacity, volume, holding capacity · το περιεχόμενο του δοχείου — вместимость сосуда
Грамматика
Ед. ч.
им.
το περιεχόμενο
вин.
το περιεχόμενο
род.
του περιεχομένου
зват.
περιεχόμενο
Мн. ч.
им.
τα περιεχόμενα
вин.
τα περιεχόμενα
род.
των περιεχομένων
зват.
περιεχόμενα
Примеры
Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας είναι πολύ ενδιαφέρον.
Содержание веб-сайта очень интересно. · The website's content is very interesting.
Διαβάστε το περιεχόμενο πριν αγοράσετε το προϊόν.
Прочитайте содержание перед покупкой товара. · Read the content before buying the product.
Τα περιεχόμενα του κουτιού ήταν φθαρμένα.
Содержимое коробки было повреждено. · The contents of the box were damaged.
Ελέγχουμε το περιεχόμενο κάθε δοχείου με προσοχή.
Мы тщательно проверяем ёмкость каждого контейнера. · We carefully check the capacity of each container.