Греческий словарь
с грамматикой

περιεκτικότητα

[periektikiˈtita]существительноеη · женский родC1

Значения

1
содержание, количество вещества в составе
content, proportion of a substance in a mixture or compound · η περιεκτικότητα σε χρυσό — содержание золота
2
объём, ёмкость, вместимость
volume, capacity, holding capacity · η περιεκτικότητα του δοχείου — вместимость сосуда

Грамматика

Ед. ч.
им.
η περιεκτικότητα
вин.
την περιεκτικότητα
род.
της περιεκτικότητας
зват.
περιεκτικότητα
Мн. ч.
им.
οι περιεκτικότητες
вин.
τις περιεκτικότητες
род.
των περιεκτικοτήτων
зват.
περιεκτικότητες

Примеры

Η περιεκτικότητα του νερού σε άλας αυξήθηκε σημαντικά.
Содержание соли в воде значительно увеличилось. · The salt content of the water increased significantly.
Ελέγχουν την περιεκτικότητα σε θείο των εκπομπών.
Они проверяют содержание серы в выбросах. · They check the sulphur content in emissions.
Η περιεκτικότητα αυτού του δοχείου είναι 500 χιλιοστόλιτρα.
Вместимость этого сосуда составляет 500 миллилитров. · This container's capacity is 500 millilitres.